tweety." Το Παλεύω Μέχρι Που Παλεύεται Και Όσο Μπορώ!!"

Thing Of you

Angel | Forward this Picture
zwani.com myspace graphic comments Myspace Hello Comments & Graphics

Beautiful | Forward this Picture

Unique Butterfly Angel

Butterfly | Forward this Picture

Angel sitting On the Moon

Angel | Forward this Picture ** Αν Και Ειναι Πολυ Δυσκολο Να Εισαι Αντιμετωπος Με Το Τεραστιο Τερας Ελπιζω Τουλαχιστον Να Καταφερω Να Πραγματοποιησω Τα Ονειρα Μου!! Απο Εκει Και Περα Δεν Με Ενοχλει Για Τιποτα. Οτι Και Να Συμβει Ειναι Ευπροσδεκτο Γιατι Αυτα Εχει Η Ζωη Που Μου Εμαθε Η Κοινωνια, Που Ετυχε Να Βρισκομαι Και Εγω Μεσα Σε Αυτην.**

Love Angel dear sister

Angel, Love | Forward this Picture

angel-desi-glitters-50

Angel | Forward this Picture

Thing Of you

Angel | Forward this Picture
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΛΩΣ ΣΑΣ ΒΡΗΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΛΩΣ ΣΑΣ ΒΡΗΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 2 Απριλίου 2009

ΓΕΙΑ ΣΑΣ..

ΓΕΙΑ ΣΑΣ ΕΙΜΑΙ ΑΠΟ ΚΥΠΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΜΑΡΙΑ-ΝΕΦΕΛΗ.  ΕΙΜΑΙ 23 ΚΑΙ ΜΙΣΟ. ΑΠΟΦΑΣΙΣΑ ΝΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΩ ΑΥΤΟ ΤΟ BLOG ΓΙΑΤΙ ΙΣΩΣ ΜΕ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ΜΟΥ ΒΟΗΘΗΣΩ ΑΛΛΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΥΠΟΜΟΝΗ ΣΤΙΣ ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΝΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΟΥΝ. ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΘΑ ΣΑΣ ΠΩ ΓΙΑ ΤΩΡΑ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ Η ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΗ ΚΑΙ ΣΠΑΝΙΑ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΠΟΛΥ ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΟΠΩΣ ΛΕΝΕ ΚΑΙ ΟΙ ΓΙΑΤΡΟΙ. ΠΡΟΣΤΟΠΑΡΩΝ ΣΕ ΟΤΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΚΑΝΩ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΑΠΟΙΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΤΣΙ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΝΑ ΜΟΥ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΕΙ ΤΟΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ ΜΟΥ ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΑΜΥΝΤΙΚΟ ΜΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑ. ΑΥΤΆ ΠΡΟΣΤΟΠΑΡΏΝ ΚΑΙ ΜΠΟΡΕΊ ΝΑ ΤΑ ΞΑΝΑΠΟΎΜΕ ΣΎΝΤΟΜΑ.




Και αυτό αφιερωμένο όπου κάποια στιγμή θα το δείτε στο βιβλίο της ζωής μου γραμμένο

Οι νεκροί στο δικό μου μονοπάτι
Όσο η ζωή δυσκολεύει, όσο τα τέρατα με κυριεύουν, οι
ζωντανοί λιγοστεύουν. Οι ζωντανοί αληθινοί φίλοι
και άνθρωποι. Δύσκολα άνοιξα τα μάτια μου σήμερα, λίγο
πριν χτυπήσει ο κώδωνας κινδύνου για τη ζωή μου. Αυτό
μου συμβαίνει από παιδί, αλλά εντάθηκε τα τελευταία χρό-
νια. Πρώτη σκέψη:
«Δεν έχω ούτε σήμερα τις δυνάμεις να σηκωθώ να αδρά-
ξω την ζωή».
Σκέπτομαι τους φυσιολογικούς, τους υγιείς που έχουν
την υγεία τους, αλλά μιζεριάζουν.
«Την ατυχία μου!» η επόμενη σκέψη.
Το αντίδοτο των σκέψεων βρίσκεται μέσα μου και δίπλα
μου, παντού, ο Παντοδύναμος. Ευτυχώς. Ώσπου να φτά-
σει το σώμα μου στο γεμάτο νεκρούς βαγόνι. Μπαίνω στο
τρένο. Εσύ θα άλλαζες γραμμή, εγώ αλλάζω σκέψεις. Το
δρομολόγιο με οδηγεί στον τελικό προορισμό μου, στα ζω-
ντανά – νεκρά όνειρά μου. Μόλις που πρόλαβα να βρω τη
γωνιά μου, ακούω μια σπαρακτική φωνή. Αντιλαμβάνομαι
ότι εγώ κραυγάζω:
«Δεν μπορώ να αναπνεύσω, πονάω φρικτά, δεν αντέχω
άλλο, χάνομαι».
Έχω ιδρώσει, το βλέμμα μου φανερώνει απελπισία. Οι
όγκοι, η ασθένεια, η αδυναμία, το ανίσχυρο αίμα, οι φρικτοί
πόνοι στο κεφάλι και στην κοιλιά, μου παίρνουν τις ανάσες.
Παθαίνω κρίση και λιποθυμώ. Οι διπλανοί μου, που κάθο-
νται στο βαγόνι, ούτε που με κοιτάζουν. Δεν κουνιέται κα-
νείς. Περιμένω, με χαμένες τις αισθήσεις, ένα χέρι βοηθείας
αλλά τίποτα. Τι γίνεται τελικά;
Στη διαδρομή, έως την επόμενη στάση του ονείρου που
θα ακολουθήσει, φωνάζω σπαρακτικά επειδή οι ανάσες μου
τελείωσαν. Σηκώνομαι όρθια, το σώμα μου έχει μια κλίση
προς τα πάνω σαν να προσπαθώ να βγω πάνω από όλους,
για να αναπνεύσω.
«Δεν νιώθετε, βρε σεις», ψιθυρίζει η μάνα.
Ο οδηγός του τρένου έρχεται στο βαγόνι και, με πολύ
αυστηρό ύφος, λέει στη μάνα:
«Σας παρακαλώ, κυρία, περάστε έξω κι εσείς και το παιδί
σας».
Μεταφράζω: φύγετε από αυτή την κοινωνία που δεν σας
χωράει.
Σκέπτομαι γιατί δεν μπορώ να καταλάβω τι γίνεται, για-
τί της μιλάει έτσι.
«Τι έκανε λάθος η μάνα;»
Με βοηθάει να βγω έξω. Την ώρα που αποβιβάζομαι,
φωνάζω:
«Το δικαίωμά μου στη ζωή ζητάω».
«Την ακούτε;» ψιθυρίζει με απελπισία η μάνα.
«Γιατί κοιτάζεις έτσι; Τι έπαθες; Τι σου συμβαίνει;»
Ένας ζωντανός ανάμεσα σε όλους αυτούς μου ρίχνει ένα
μπουκάλι νερό στα μαλλιά, μια άλλη ζωντανή μου δίνει
οδηγίες και μου βάζει λαστιχάκια οξυγόνου στη μύτη για να
πάρω τις ανάσες που μου στερούν τα τέρατα. Επανέρχομαι.
Ηρεμώ. Οι ανάσες μου ηρεμούν με τη βοήθεια του οξυγό-
νου. Αλλάζει το βλέμμα μου και ζητάω συγγνώμη.
«Σας ζητάει συγγνώμη», φωνάζει η μάνα. Πλησιάζω το
βαγόνι για να ξαναμπώ να συνεχίσω τα επόμενά μου όνει-
ρα. Κάνω να επιβιβαστώ. Δυο άντρες, καλοντυμένοι, με
γραβάτες, δεν μου επιτρέπουν να ονειρευτώ ξανά.
«Απαγορεύεται να μπεις», μου λένε.
Η μάνα, που με βοηθάει διαρκώς, τους ρωτά:
«Τι σημαίνει απαγορεύεται;»
Οι πόρτες κλείνουν, εγώ μένω απέξω, το τρένο φεύγει,
μαζί και το βαγόνι των ονείρων μου γι’ άλλη μια φορά.
«Τι συμβαίνει; Υπάρχει κάποιος άνθρωπος εδώ μέσα ή
έχετε πεθάνει όλοι;»
Κλαίω. Δεν είναι μόνον οι κραυγές πόνου και η κραυ-
γή απόγνωσής μου, ούτε τα σπαρακτικά λόγια της μάνας,
που με έχουν λυγίσει. Είναι που δεν υπάρχουν ζωντανοί. Τι
έχουν πάθει; Δεν μπορώ να συγκρατήσω με τίποτα τα δά-
κρυά μου. Τα σκουπίζω. Ένας άντρας δίπλα μου με κοιτάζει.
«Τι με κοιτάζεις; Κι αυτό σου φαίνεται περίεργο; Νιώ-
θεις;»
Άλλος ένας άγνωστος ζωντανός, γύρω στα πενήντα,
κλαίει κι αυτός μαζί μου. Δεν προλαβαίνω να μαζέψω τα
δάκρυα και τρέχουν κι άλλα. Κλαίμε εμείς για σας, τρέχουμε
εμείς για σας. Για σας, τα ζόμπι με τις ωτοασπίδες που αγχώ-
νεστε να φτάσετε στη δουλειά σας. Που κοιτάζετε παγωμέ-
νοι, που μπροστά στην κραυγή απόγνωσης και απελπισίας
του άλλου μάθατε μόνο να παγώνετε.
«Σκεφτήκατε άραγε ποτέ πως μπορεί να βρεθείτε κι εσείς
στη θέση μου;» λέω με λυγμούς.
Η μάνα με βοηθάει να αρθρώσω τις λέξεις μου μετά βίας
κι αναρωτιέται:
«Δεν ξέρω πως τα καταφέρνεις».
Περπατώ αποκαμωμένη με σκυφτό το κεφάλι μαζί με τη
μάνα. Θέλω να μιλήσω σε κάποιον ζωντανό. Το λέω. Κλαίω.
Πρώτα μια περιγραφή, μετά η στενοχώρια και τα:
«Δεν θέλω να ζω εδώ, στην κοινωνία αυτή που δεν με
θέλει».
Εδώ, η ζωή μου δυσκολεύει. Πολλά τέρατα στριμώχνο-
νται σ’ ένα σώμα αδύναμο και αβοήθητο. Νόμιζα πως θα
αντέξω. Εσύ, από τη μεριά σου σκέφτεσαι: Μήπως πρέπει
να συνεχίσεις να είσαι εκείνος που θα με βοηθήσει; Το δι-
απιστώνεις ότι χάνομαι! Από την άλλη δεν αντέχω πλέον
να τους κοιτάζω όλους αυτούς τους αδιάφορα παγωμένους.
Καθώς φτάσαμε στο σπίτι, ακόμη μια φορά αβοήθητες,
η μάνα κι εγώ, μια νέα κοπέλα βαριά άρρωστη. Τότε δι-
απίστωσα ότι φώναζα από μέσα μου, βουβά, όσα δεν είπα
στους δυο καλοντυμένους άντρες με τις γραβάτες που δεν
μου επέτρεψαν να μπω στο τρένο.
«Εσείς μας φέρατε έως εδώ!»
Πόσες φορές να το επανέλαβα άραγε;
Την ξέρω την αδιαφορία της κοινωνίας προς ένα άρρω-
στο άτομο. Είναι σκέτη φρίκη. Ωμή απελπισία, που σου κό-
βει την ανάσα. Αυτό που σε πεθαίνει όμως, δεν είναι αυτό.
Θάνατος είναι τα εκατοντάδες όρθια και καθιστά ζόμπι που
με παρακολουθούν συνεχώς να χάνομαι. Τα σώματά τους
έχουν παγώσει από τον θάνατο.
Ήμουνα η μόνη με ζεστό ακόμη χνώτο και φώναζα:
«Βοήθεια, δεν αντέχω άλλο, πονάω φρικτά και πρέπει
να νοσηλευτώ κάπου, αλλά δεν μπορώ. Πρέπει να μεταβώ
στο εξωτερικό για καλύτερη ποιότητα και όχι ποσότητα
ζωής. Και δεν μπορώ!»
Η μάνα, μία ακόμη ζωντανή και μαζί της τέσσερις ή πέ-
ντε άλλοι μου κρατούν το χέρι κάθε φορά. Αυτοί, οι μόνοι

ζεστοί, είναι ζωντανοί.

Μαρία-Νεφέλη